Ορολογία Πόκερ

Αν μπαίνεις τώρα στον κόσμο του πόκερ, στο άκουσμα πιο έμπειρων παικτών να συζητούν για το παιχνίδι μπορεί να σου φανεί ότι χρειάζεσαι ένα Λεξικό Πόκερ, αφού είναι σα να μιλούν μια εντελώς διαφορετική γλώσσα. Η ορολογία πόκερ, οι συντομογραφίες και ακόμη ορισμένες ιδιαίτερες εκφράσεις στο πόκερ είναι τόσες πολλές που θα είναι λίγο δύσκολο να τους «πιάσεις» από την αρχή. Θα χρειαστεί μια περίοδος προσαρμογής για να κατανοήσεις πλήρως την ιδιαίτερη γλώσσα του πόκερ.

Το πόκερ είναι το πιο διάσημο παιχνίδι τράπουλας σε όλο τον κόσμο και είναι λογικό όλη η ορολογία του να είναι στην αγγλική γλώσσα. Εδώ θα βρεις τους σημαντικότερους όρους πόκερ με αναλυτικές εξηγήσεις και παραδείγματα. Μπορείς να βάλεις στα «Αγαπημένα» αυτή τη σελίδα με την ορολογία πόκερ, ώστε όποτε συναντάς κάποιον όρο του πόκερ που δεν γνωρίζεις να μπορείς εύκολα να βρίσκεις εδώ τη σημασία του.

Ορολογία Πόκερ

Πίνακας Περιεχομένων

A

A-Game: Με αυτόν τον όρο περιγράφουμε το καλύτερο επίπεδο παιχνιδιού που μπορεί να παίξει κάποιος παίκτης. Παραδείγματα: «Εχθές ήμουν σε εξαιρετική κατάσταση και έβγαλα το A-Game μου στο τουρνουά που έπαιξα». «Τον έχω δει να παίζει πολύ καλύτερα, αυτό που είδαμε σίγουρα δεν ήταν το A-Game του».

Ace High: Ο τελικός συνδυασμός φύλλων που δεν σχηματίζουν κάτι, αλλά περιλαμβάνουν έναν Άσο ως το μεγαλύτερο φύλλο.

Aces Up: O τελικός συνδυασμός φύλλων που περιλαμβάνει δύο ζεύγη, ένα εκ των οποίων είναι ζεύγος Άσων.

Act: Να κάνει ο παίκτης κάποια από τις επιτρεπόμενες δράσεις, check, bet, call, raise ή fold (πάσο).

Act ouf of turn: Όταν κάποιος παίκτης δρα ή απλά ανακοινώνει τη δράση του χωρίς να είναι η σειρά του. Υπάρχουν ειδικοί κανόνες σε κάθε παιχνίδι για να αντιμετωπιστεί αυτή η παρατυπία με τη λιγότερη δυνατή επιρροή στην παρτίδα. Όταν κάποιος το κάνει επίτηδες, για να πάρει πληροφορίες από τις αντιδράσεις των αντιπάλων του, θεωρείται «Angle Shooting» (δες τον όρο πιο κάτω).

Add-on: Αυτή η επιλογή δίνεται στους παίκτες των τουρνουά Re-buy, στα οποία οι παίκτες έχουν την επιλογή για κάποιο μικρό διάστημα από την έναρξη, να πάρουν ξανά μάρκες όταν χάνουν, πληρώνοντας ξανά το buy-in. Το Add-on δίνεται ως επιλογή στο τέλος της περιόδου των Re-buys και σημαίνει να πάρουν επιπλέον μάρκες πληρώνοντας ξανά το κόστος συμμετοχής.

All in: Να παίξει ο παίκτης όλες του τις μάρκες σε ένα ποντάρισμα. Να παίξει δηλαδή «τα ρέστα του».

Angle / Angle Shooting: Όταν κάποιος παίκτης προσπαθεί να χειραγωγήσει ή να παρακάμψει ελαφρώς κανόνες του παιχνιδιού προς όφελός του. Για παράδειγμα, κάποιος παίκτης μπορεί επίτηδες να κρύβει τις μάρκες μεγάλης αξίας που έχει, ώστε οι αντίπαλοι να πιστεύουν ότι ρισκάρουν λίγα απέναντί του και να τις εμφανίσει όταν θα έχει κάποιο πολύ δυνατό χέρι και αφού έχει πάρει call στο all in του. Άλλο παράδειγμα angle shooting είναι κάποιος παίκτης να δρα επίτηδες εκτός σειράς για να πάρει πληροφορίες από τις αντιδράσεις των αντιπάλων του.

Ante: Είναι το υποχρεωτικό ποντάρισμα που βάζουν όλοι οι παίκτες που συμμετέχουν στο παιχνίδι, πριν αρχίσει η κάθε παρτίδα. Τα τελευταία χρόνια, για οικονομία χρόνου στα live τουρνουά έχει επικρατήσει ο κανόνας του «Big Blind Ante», όπου ο παίκτης που βρίσκεται στη θέση του Big Blind σε κάθε παρτίδα τοποθετεί ένα μεγάλο Ante, που είναι όσο το Big Blind. Είναι ουσιαστικά σα να βάζει μαζεμένα όλα τα Antes του γύρου που πέρασε, μέχρι να ξαναβρεθεί στο Big Blind.


B

Backdoor: Ο τελικός συνδυασμός που απαιτεί συγκεκριμένα φύλλα στα δύο τελευταία ανοίγματα στο τραπέζι, δηλαδή στο Turn και στο River. Όταν για παράδειγμα κρατάς δύο φύλλα Καρό στο χέρι, στο flop έχει ένα φύλλο Καρό και για να κάνεις χρώμα χρειάζεσαι Καρό και στο Turn και στο River, έχεις «Backdoor Flush Draw». Αν ανοίξουν αυτά τα δύο φύλλα καρό, θα έχεις κάνει Χρώμα και θα μπορούσες να πεις ότι έκανες «Backdoor» Χρώμα.

Bad Beat: Όταν μπαίνεις με τις πιθανότητες νίκης πολύ υπέρ σου, αλλά ο αντίπαλος στέκεται πολύ τυχερός και κερδίζει αυτός. Λέγεται και Suck out

Bankroll: Είναι το σύνολο των χρημάτων που διαθέτει ένας παίκτης, τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για παιχνίδι.

Bankroll management: Η διαχείριση των διαθέσιμων χρημάτων για παιχνίδι. Στο πόκερ αυτό σημαίνει να παίζεις τα παιχνίδια, όπου τα χρήματα που ποντάρονται ταιριάζουν στο δικό σου Bankroll, ώστε να μπορείς να αντιμετωπίσεις τις άτυχες περιόδους χωρίς να χάσεις γρήγορα όλο το κεφάλαιο. Ένας γενικός κανόνας για αρχή είναι να μη ρισκάρεις σε κανένα μεμονωμένο τουρνουά ή παιχνίδι cash game πάνω από 1% του συνολικού Bankroll.

Barrelling: Όταν ο παίκτης που έχει κάνει raise πριν το άνοιγμα του Flop, ποντάρει και στο Flop, αλλά και στο Turn. Αυτό το ποντάρισμα στο Turn λέγεται και «Second Barrel». Αν ποντάρει σε Flop, Turn και River, λέγεται «Tripple Barreling».

Bet: Όταν ο παίκτης που είναι η σειρά του να δράσει αποφασίζει να ποντάρει, υποχρεώνοντας τους άλλους παίκτες να ισοφαρίσουν το ποντάρισμά του για να συνεχίσουν στην παρτίδα.

Big Blind: Το μεγάλο υποχρεωτικό ποντάρισμα που βάζει ένας από τους παίκτες κάθε φορά πριν μοιραστούν τα φύλλα. Η θέση του Big Blind αλλάζει μετά από κάθε παρτίδα σύμφωνα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού.

Big Blind Special: Όταν κερδίζει ο παίκτης που βρίσκεται στη θέση του Big Blind με αρκετή τύχη, κρατώντας πολύ αδύναμα αρχικά φύλλα, σε παρτίδα που δεν έχει γίνει raise πριν το Flop.

Blank: Το φύλλο που ανοίγει στο τραπέζι και δεν αλλάζει τα δεδομένα. Λέγεται και «Brick»

Blinds: Ο παίκτης που κάθεται αριστερά του «Dealer Button» τοποθετεί υποχρεωτικά το ποσό που ορίζεται ως «Small Blind» και ο αμέσως επόμενος, τοποθετεί υποχρεωτικά το ποσό που ορίζεται ως «Big Blind». Αυτά τα δύο πονταρίσματα λέγονται «Blinds»

Blind Level: Στα τουρνουά πόκερ τα Blinds αυξάνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και κάθε επίπεδο λέγεται «Blind Level».

Blind off / Blinded out: Όταν οι μάρκες ενός παίκτη σε ένα τουρνουά πόκερ εκμηδενίζονται μόνο και μόνο από το πέρασμα των Blinds.

Blind Stealing: Το ποντάρισμα πριν το Flop από παίκτη που κάθεται στις τελευταίες θέσεις στη σειρά πονταρίσματος, με σχετικά αδύναμο αρχικό χέρι, με βασικό σκοπό να πάρει τα Blinds και τα Ante.

Blocker: Όταν κρατάς κάποιο από τα φύλλα που θα χρειαζόταν ο αντίπαλος για να κάνει κάποιον δυνατό συνδυασμό. Για παράδειγμα, έχεις Α-10 στο χέρι σου και στο τραπέζι έχουν ανοίξει 3-4-8-9-Q. Αν κάποιος έχει 10-J έχει κέντα, αλλά το 10άρι που έχεις στο χέρι σου μειώνει αυτές τις πιθανότητες. Το 10άρι που κρατάς, σε αυτήν την περίπτωση είναι «Blocker».

Blocking bet: Ένα μικρό ποντάρισμα από παίκτη που «μιλάει» πρώτος, είναι δηλαδή «εκτός θέσης», που στόχο έχει να αποτρέψει τον αντίπαλο από το να βάλει ένα μεγαλύτερο ποντάρισμα.

Bluff: Το ποντάρισμα με συνδυασμό που πιθανότατα δεν κερδίζει, με στόχο να οδηγήσουμε σε πάσο αντιπάλους που κρατάνε κάτι δυνατότερο.

Bluff catcher: Ένα χέρι που μπορεί να κερδίσει μόνο τις μπλόφες.

Bluff induce: Το μικρό ποντάρισμα που γίνεται με δυνατό χέρι, με στόχο να προκαλέσει μεγάλη μπλόφα από αντίπαλο.

Board: Τα φύλλα που ανοίγουν στο κέντρο του τραπεζιού σε κάποιες παραλλαγές πόκερ, όπως το Texas Hold’em και το Omaha. O τελικός συνδυασμός του κάθε παίκτη σχηματίζεται συνδυάζοντας κάρτες από το χέρι τους, με κάρτες από τις κοινές, φτιάχνοντας έτσι τον καλύτερο δυνατό συνδυασμό πέντε καρτών που μπορούν. Οι κάρτες του «Board» είναι διαθέσιμες για όλους τους παίκτες και δεν «δεσμεύονται» από κανέναν. Πολλοί παίκτες μπορούν να δηλώσουν τα ίδια κοινά φύλλα στον τελικό τους συνδυασμό.

Bounty: Το έπαθλο που σου απονέμεται όταν αποκλείεις άλλον παίκτη σε τουρνουά που έχουν αυτό το χαρακτηριστικό.

Brick: Το φύλλο που ανοίγει στο τραπέζι και δεν αλλάζει τα δεδομένα. Λέγεται και «Blank»

Broadway: H κέντα από το 10 ως τον Άσο, 10-J-Q-K-A. Τα φύλλα που συμμετέχουν σε αυτήν την κέντα μπορεί να περιγραφούν ως «Broadway Cards».

Bubble: Η περίοδος του τουρνουά λίγο πριν τις θέσεις των επάθλων. Ο παίκτης που αποκλείεται ακριβώς μία θέση πριν τα έπαθλα, λέγεται και «Bubble Boy». Όταν το τουρνουά φτάνει στις θέσεις των επάθλων, λέμε «Έσκασε το Bubble».

Button: Στο ξεκίνημα κάθε παρτίδας, πριν μοιραστούν τα φύλλα, πρέπει να τοποθετηθεί το δισκίο «Dealer Button» ή απλά «Button» μπροστά από τη σωστή θέση παίκτη. Το δισκίο αυτό μετακινείται μετά το τέλος της κάθε παρτίδας κατά μία θέση, σύμφωνα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού και ουσιαστικά συμβολίζει από που ξεκινάει η σειρά δράσης για τους παίκτες.

Buy-in: Το ποσό που χρειάζεται να καταβάλλει κάποιος για να συμμετάσχει σε κάποιο cash game ή τουρνουά.


C

Call: Τοποθετείς το απαιτούμενο ποντάρισμα, χωρίς να το αυξάνεις και συνεχίζεις στην παρτίδα. Στην Ελλάδα λέγεται «Τα βλέπω».

Calling Station: Ο παίκτης που κάνει πολύ συχνά Call και σπάνια Raise. Είναι παίκτης που παίζει υπερβολικά πολλά φύλλα και δεν πηγαίνει εύκολα πάσο, μια τακτική που αποκλείεται να τον οδηγήσει σε κέρδη από το πόκερ μακροπρόθεσμα.

Cash Game / Ring Game: Είναι το παιχνίδι πόκερ όπου οι μάρκες αντιπροσωπεύουν πραγματικά χρήματα και εξαργυρώνονται άμεσα όποτε επιθυμεί ο παίκτης, σε αντίθεση με τα τουρνουά.

Check: Δεν ποντάρεις κάποιο ποσό και δίνεις δικαίωμα δράσης στον επόμενο παίκτη, παραμένοντας στην παρτίδα. Στην Ελλάδα είναι γνωστό ως «Ντούκου».

Check-Raise: Κίνηση που σκοπό έχει την παραπλάνηση και περιλαμβάνει αρχικά Check από τον παίκτη, με σκοπό να κάνει Raise αν ποντάρει άλλος παίκτης.

Chip Leader: Ο παίκτης που έχει τις περισσότερες μάρκες από όλους ανά πάσα στιγμή σε ένα τουρνουά, λέγεται «Chip Leader»

Continuation Bet / CBet: Το ποντάρισμα που κάνει ο παίκτης μετά το άνοιγμα του Flop, όταν ο ίδιος ήταν ο τελευταίος που έκανε Raise πριν το Flop.

Collusion: Μορφή απάτης, κατά την οποία δύο ή περισσότεροι παίκτες στο τραπέζι συνεργάζονται με κάποιο κρυφό τρόπο για να αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων.

Combo Draw: Όταν υπάρχει ταυτόχρονα η πιθανότητα στα επόμενα ανοίγματα να κάνεις κέντα ή χρώμα. Για παράδειγμα, αν έχεις 8 9 και στο τραπέζι έχουν ανοίξει 6♣ 7 Α. Εδώ έχεις «Combo Draw», αφού χρειάζεσαι είτε 5άρι είτε 10άρι για Κέντα, ή κάποια για Χρώμα. 

Connectors: Δύο φύλλα κοντινής αξίας, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να σχηματίσουν Κέντα.

Cooler: Η αναπόφευκτη ήττα. Η κατάσταση που το φύλλο σου είναι αρκετά δυνατό, ώστε η σωστή κίνηση να είναι το δυνατό ποντάρισμα ή ακόμα και το All in, αλλά τελικά χάνεις από κάτι δυνατότερο.

Cutoff: Η θέση στα δεξιά του Button.


D

Dead hand: Το αρχικό χέρι παίκτη που απαγορεύεται να συμμετάσχει στην παρτίδα για κάποιο λόγο, όπως όταν ο παίκτης δε βρισκόταν στη θέση του κατά τη διάρκεια του μοιράσματος σε live παιχνίδι, ή όταν επιβάλλεται κάποια ποινή στον παίκτη αν, για παράδειγμα, άγγιξε τα φύλλα άλλου παίκτη, ή βρέθηκε να του έχει μοιραστεί λάθος αριθμός φύλλων κ.α.

Dead Man’s Hand: Ο τελικός συνδυασμός πόκερ με δύο ζεύγη με συγκεκριμένα δύο μαύρους Άσους και δύο μαύρα 8άρια: Α♠  Α♣  8♠  8♣. Πήρε την ονομασία του όταν, σύμφωνα με τον θρύλο, ο ήρωας της Άγριας Δύσης, Μπιλ Χίκοκ, δολοφονήθηκε ενώ κρατούσε το συγκεκριμένο φύλλο σε παιχνίδι πόκερ.

Dealer: Αυτός που έχει αναλάβει τον ρόλο του μοιράσματος των καρτών και της επίβλεψης της σωστής ροής παιχνιδιού.

Deuce: Το φύλλο 2 στο πόκερ.

Dirty Stack: Στο live πόκερ οι παίκτες είναι υποχρεωμένοι να κρατούν τις μάρκες τους σωστά στοιβαγμένες και σε εμφανή σημείο για να μπορούν να τις δουν οι υπόλοιποι παίκτες, με τις μάρκες μεγάλης αξίας μπροστά. Όταν κάποια στοίβα έχει μάρκα διαφορετικής αξίας από τις υπόλοιπες, λέμε ότι είναι «Dirty Stack» και μπορεί να ζητηθεί από τον παίκτη να το τακτοποιήσει, ώστε οι υπόλοιποι να μπορούν πιο εύκολα να εκτιμήσουν πόσο είναι το σύνολο των μαρκών του.

Donk/Donkey: Ο αδύναμος παίκτης πόκερ που κάνει πολλά λάθη. Λέγεται και «Fish».

Donk Bet: Το ποντάρισμα από παίκτη που «μιλάει» πρώτος και δεν είναι αυτός που έκανε το τελευταίο Raise ή ποντάρισμα στον προηγούμενο γύρο πονταρισμάτων. Παλαιότερα θεωρούταν κακό ποντάρισμα που κάνουν μόνο οι αδύναμοι παίκτες και για αυτό πήρε την ονομασία του από την αργκό λέξη για τον αδύναμο παίκτη «Donk». Πλέον έχουμε μάθει ότι υπάρχουν αρκετές καταστάσεις, όπου το «Donk Bet» μπορεί να χρησιμοποιηθεί σωστά.

Downswing: Η περίοδος όπου τα αποτελέσματα του παίκτη στο πόκερ είναι χαμηλότερα από το προσδοκώμενο, σύμφωνα με τον συνήθη ρυθμό κερδών που έχει ο συγκεκριμένος παίκτης στα συγκεκριμένα παιχνίδια.

Draw/Drawing Hand: Όταν χρειάζεσαι κάποια συγκεκριμένα φύλλα στα επόμενα ανοίγματα για να σχηματίσεις δυνατό τελικό συνδυασμό, όπως Κέντα (Straight) ή Χρώμα (Flush). Αν για παράδειγμα έχεις στο χέρι Α 5 και στο Flop έχει ανοίξει 6 8♣ Κ, έχεις «Flush Draw», αφού χρειάζεσαι μία ακόμα Κούπα σε Turn ή River για να κάνεις Χρώμα.

Drawing Dead: Όταν δεν έχεις απολύτως καμία πιθανότητα νίκης, παρότι μένουν ακόμα να ανοίξουν φύλλα στο τραπέζι.


Ε

Early Position: Η θέση ανάμεσα στις πρώτες της σειράς πονταρίσματος.

Equity: Το ποσοστό του Pot που σου αναλογεί κατά τη διάρκεια της παρτίδας, σύμφωνα με τις πιθανότητες νίκης που έχεις.

Expected Value / EV: Η προσδοκώμενη αξία. Το μέσο αποτέλεσμα μιας κίνησης, αν αυτή επαναληφθεί, θεωρητικά, χιλιάδες φορές. Κάποια κίνηση μπορεί να είναι Θετικής Προσδοκώμενης Αξίας ή +EV ή Αρνητικής Προσδοκώμενης Αξίας ή -EV.


F

Family Pot: Παρτίδα πόκερ κατά την οποία όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι παίκτες του τραπεζιού φτάνουν στο Flop.

Field: Το σύνολο των παικτών ενός τουρνουά πόκερ

Final Table: Το Τελικό Τραπέζι ενός τουρνουά πόκερ που ξεκίνησε με μεγάλο αριθμό παικτών μοιρασμένους σε πολλά τραπέζια.

Fish: Ο αρχάριος παίκτης πόκερ που κάνει πολλά λάθη. Λέγεται και «Donk»

Fixed Limit/FL: Στα παιχνίδια πόκερ Fixed Limit (FL), οι παίκτες είναι υποχρεωμένοι να ποντάρουν και να κάνουν raise με προκαθορισμένα ποσά, σε αντίθεση με τα παιχνίδια No Limit, όπου δεν υπάρχει όριο στο ποντάρισμα.

Flat Call/Flat: Το Call. Το λέμε πιο συχνά σε σημεία που θα μπορούσε να γίνει και Raise.

Flop: Τα τρία πρώτα κοινά φύλλα που ανοίγουν μαζί στα παιχνίδια Texas Hold’em και Omaha.

Flush: Χρώμα

Flush Draw: Όταν χρειάζεσαι συγκεκριμένα φύλλα στα επόμενα ανοίγματα για να συμπληρώσεις Χρώμα.

Fold: Επιλέγεις να μην ποντάρεις το απαιτούμενο ποσό, πετάς τα φύλλα σου και εγκαταλείπεις τη διεκδίκηση των πονταρισμένων (pot). Στην Ελλάδα το λέμε «Πάσο».

Fold Equity: Το ποσοστό του Pot που σου αναλογεί, με βάση την πιθανότητα να οδηγήσεις τον αντίπαλο σε πάσο ποντάροντας. Είναι η θεωρητική πιθανότητα να οδηγήσεις τον αντίπαλο σε πάσο με ένα συγκεκριμένο ποντάρισμα.

Four of a Kind: Ο τελικός συνδυασμός που περιλαμβάνει και τα τέσσερα φύλλα κάποιας αξίας, για παράδειγμα, ο τελικός συνδυασμός που περιλαμβάνει τέσσερα δεκάρια, λέγεται «Four of a Kind, Tens». Στην Ελλάδα το λέμε «Καρέ».

Four-straight/Four-to-a-straight: Τέσσερα φύλλα που χρειάζονται ένα ακόμα για να συμπληρώσουν Κέντα.

Freeroll: Δωρεάν συμμετοχή. Συνήθως αφορά τουρνουά, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά σε διάφορες καταστάσεις.

Freezeout: Τα τουρνουά στα οποία δεν υπάρχει η δυνατότητα για rebuys ή re-entries, οπότε κάθε παίκτης που χάνει τις μάρκες του αποκλείεται οριστικά από το τουρνουά, χωρίς δυνατότητα επανεγγραφής.

Full House: Ο τελικός συνδυασμός στο πόκερ που αποτελείται από τρία όμοια φύλλα και ένα ζευγάρι

Full Ring: Το παιχνίδι Cash Game σε τραπέζι άνω των 6 θέσεων, συνήθως 8 ως 10. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται κυρίως στο online poker και το αντίθετο είναι το παιχνίδι Shorthanded, που σημαίνει τραπέζι με 3 ως 6 θέσεις.


G

Going South: Να βγάλεις κρυφά χρήματα από ένα τραπέζι live cash game και να τα βάλεις στην τσέπη αφαιρώντας τα από το παιχνίδι. Αυτό απαγορεύεται.

Grinder: Ο παίκτης που βγάζει τα προς το ζην παίζοντας σταθερά πόκερ για μια μεγάλη περίοδο.

Gutshot: Είναι το ενδιάμεσο φύλλο που χρειάζεται για να συμπληρωθεί μια κέντα. Για παράδειγμα, αν έχεις 6-7 και στο τραπέζι έχουν ανοίξει 3-4-Q, χρειάζεσαι ένα 5άρι για να κάνεις κέντα. Στα ελληνικά το λέμε «κέντα-σφήνα».


H

Hand: Τα φύλλα που έχει ο παίκτης. Το «χέρι» του.

Hand-for-Hand: Είναι η διαδικασία που χρησιμοποιείται στα τουρνουά για να εξασφαλιστεί ίδιος αριθμός παρτίδων σε όλα τα τραπέζια, όταν αυτό χρειάζεται. Η περίοδος που εφαρμόζεται είναι για παράδειγμα λίγο πριν τα έπαθλα (bubble), ή όταν μένει ένας παίκτης να αποκλειστεί για το τελικό τραπέζι (final table bubble). Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται ότι κανείς δε θα μπορεί να καθυστερεί επίτηδες το παιχνίδι του για να αποκτήσει πλεονέκτημα, περιμένοντας να αποκλειστούν παίκτες από άλλα τραπέζια.

Heads-Up: Όταν παίζουν μόνο δύο παίκτες στο τραπέζι του πόκερ

Hero call: Το call με αδύναμο συνδυασμό όταν υπάρχει η υποψία μπλόφας από τον αντίπαλο

H.O.R.S.E.: Μορφή παιχνιδιού κατά την οποία παίζονται 5 διαφορετικές παραλλαγές πόκερ, οι οποίες εναλλάσσονται σε κάθε orbit, σε κάθε περιστροφή δηλαδή του button γύρω από το τραπέζι. Το όνομα βγαίνει από τα αρχικά των παιχνιδιών που παίζονται, τα οποία είναι: Hold’em, Omaha, Razz, Seven-Card-Stud, (Eight-or-better) Seven-card-stud hi-low


I

ICM: Από τα αρχικά των λέξεων Independent Chip Model. Μαθηματικός τύπος που μας δίνει την χρηματική αξία των μαρκών σε ένα τουρνουά ανά πάσα στιγμή. Χρησιμοποιείται για τη λήψη σωστών αποφάσεων.

In Position: Ένας παίκτης είναι «in position» όταν «μιλάει» τελευταίος. Έχει «πλεονέκτημα θέσης»

In The Money / ITM: Οι θέσεις των επάθλων σε τουρνουά πόκερ.

Isolation: Όταν κάποιος παίκτης κάνει raise με σκοπό να οδηγήσει σε πάσο άλλους παίκτες, ώστε να φτάσει στο flop μόνο με έναν αντίπαλο. Να τον απομονώσει.


J

Juice: Η γκανιότα που κρατάει ο διοργανωτής ενός παιχνιδιού πόκερ. Πιο συνήθης όρος: Rake


K

Kicker: Το φύλλο στο χέρι του παίκτη που δεν συμμετέχει άμεσα στον τελικό συνδυασμό, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διαχωρίσει τις ισοπαλίες αν οι παίκτες έχουν τον ίδιο συνδυασμό.


L

LAG: Από τις λέξεις Loose-AGressive. Είναι το στυλ παιχνιδιού, κατά το οποίο ο παίκτης επιλέγει να παίξει με μεγάλο εύρος αρχικών χεριών και επιθετικά, συχνά προσπαθώντας να οδηγήσει τους αντιπάλους του να κάνουν πάσο.

Limp: Όταν μπαίνεις στην παρτίδα preflop απλά ισοφαρίζοντας το Big Blind, χωρίς να κάνεις Raise.

Loose: Το να παίζεις περισσότερα χέρια σε σχέση με το συνηθισμένο ή τον μέσο όρο του τραπεζιού.


M

M-Ratio: Τρόπος να μετράμε το σύνολο των μαρκών μας σε ένα τουρνουά. Διαιρούμε τις μάρκες μας με το κόστος (blinds και ante) για έναν γύρο του button (για ένα orbit). Το M-Ratio περιγράφεται στο βιβλίο του Dan Harrington, «Harrington on Hold’em» και εμπνευστής του ήταν ο Paul Magriel, από το πρώτο γράμμα του επιθέτου του οποίου ονομάστηκε και η αναλογία.

Middle pair: Ζευγάρι με ένα φύλλο από το χέρι του παίκτη και το δεύτερο μεγαλύτερο φύλλο από το flop.

Muck: Ως ρήμα: Όταν ο παίκτης πετάει τα φύλλα του στο σωρό με τα υπόλοιπα, κάνοντας πάσο. Π.χ. «I mucked my cards». Ως ουσιαστικό: Ο ίδιος ο σωρός με τα πεταμένα φύλλα λέγεται επίσης Muck. Π.χ. «The cards were thrown in the muck»


N

Nit: Ο παίκτης που δεν παίρνει ρίσκα και παίζει μόνο με πολύ καλά φύλλα.

No Limit: Κανόνας που αφορά το ποντάρισμα και σημαίνει ότι οι παίκτες μπορούν να ποντάρουν όσα θέλουν όποτε είναι η σειρά τους, μέχρι και το σύνολο των μαρκών τους, δηλαδή να παίξουν «All in».

Nosebleed stakes / Nosebleed: Τα παιχνίδια πόκερ που παίζονται τα περισσότερα χρήματα. Στα cash games, nosebleeds θεωρούνται από €200/€400 και πάνω και στα τουρνουά, αυτά με buy in από $25.000 και πάνω.

Nuts: Ο καλύτερος δυνατός συνδυασμός ανά πάσα στιγμή, ακόμα και κατά τη διάρκεια της παρτίδας. Για παράδειγμα, σε παιχνίδι Texas Hold’em σε flop 7-8♣-9 τα «Nuts» σε αυτό το σημείο είναι το 10-J ανεξαρτήτως χρώματος. Αν το Turn είναι το 2 τότε τα «Nuts» αλλάζουν και πλέον είναι το χρώμα στον άσο. Αν το River είναι το 9♠, τα «Nuts» πάλι αλλάζουν, αφού είναι το καρέ του 9. 


O

Offsuit: Τα φύλλα διαφορετικού χρώματος.

Opend Ended Straight Draw: Όταν «κυνηγάς» Κέντα «πάνω-κάτω». Παράδειγμα, στο Texas Hold’em, έχεις στο χέρι 8-9 και στο flop έχουν ανοίξει 2-7-10. Χρειάζεσαι είτε ένα 6άρι είτε έναν Βαλέ για να κάνεις Κέντα. Έχεις «Open Ended Straight Draw», που μπορεί να το δεις να γράφεται και «OESD» από τα αρχικά γράμματα.

Open: Το ποντάρισμα που «ανοίγει» τη δράση, αφού δεν υπάρχει εθελοντικό ποντάρισμα από άλλον παίκτη μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Orbit: Ένας πλήρης γύρος του dealer button στο τραπέζι.

Outs: Μετά το άνοιγμα του flop, τα φύλλα που αν εμφανιστούν ανάμεσα στα κοινά θα σου δώσουν έναν δυνατό συνδυασμό λέγονται «Outs». Για παράδειγμα, αν στο χέρι έχεις 5-6 και στο τραπέζι έχουν ανοίξει 3-4-9, τα «Outs» σου είναι τα 2άρια και τα 7άρια, που σου δίνουν Κέντα.

Out of position: Ένας παίκτης λέγεται ότι είναι «Out of position» όταν έχει δικαίωμα δράσης πριν από τους αντιπάλους του. Στα ελληνικά λέγεται και «Εκτός Θέσης».

Overbet: Το ποντάρισμα που υπερβαίνει σε μέγεθος, αυτό του pot. Γίνεται μόνο σε παιχνίδια No Limit.

Overpair: Το ζευγάρι στο χέρι του παίκτη που είναι μεγαλύτερης αξίας από όλα τα φύλλα που έχουν ανοίξει στο τραπέζι.

Overs / Overcards: Τα φύλλα στο χέρι του παίκτη που είναι μεγαλύτερης αξίας από όσα έχουν ανοίξει στο τραπέζι.


P

Paint: Οι «φιγούρες» J-Q-K

Pair: Το ζευγάρι

Passive: Το στυλ παιχνιδιού με πολλά calls και checks αντί για bets και raises.

Pocket cards: Τα κρυφά φύλλα του παίκτη

Pocket pair: To ζευγάρι που σχηματίζεται αποκλειστικά από τα κρυφά φύλλα του παίκτη

Poker face: Η κενή έκφραση στο πρόσωπο του παίκτη, που δεν αποκαλύπτει τίποτα για τα φύλλα που κρατάει

Polarized: Όταν το εύρος φύλλων που μπορεί να έχει ένας παίκτης, σύμφωνα με τα πονταρίσματα που έχει κάνει μέχρι εκείνο το σημείο, φτιάχνουν είτε πολύ δυνατό συνδυασμό είτε ο παίκτης μπλοφάρει.

Position: Η θέση του παίκτη στη σειρά πονταρίσματος.

Pot: Το σύνολο των πονταρισμένων ανά πάσα στιγμή της παρτίδας.

Pot Limit: Τύπος πονταρίσματος, όπου το μέγιστο ποντάρισμα ανά πάσα στιγμή είναι ίσο με το μέγεθος του Pot.

Pot odds: Η αναλογία του pot σε σχέση με το ποντάρισμα. Για παράδειγμα, αν το Pot είναι 300, ένας αντίπαλος ποντάρει 100 και σκέφτεσαι το call, τα Pot Odds που έχεις είναι 100 (ποντάρισμα) προς 400 (pot). Η σωστή πράξη που πρέπει να κάνεις για να υπολογίσεις τα Pot Odds είναι: [Ποντάρισμα / (Pot+Ποντάρισμα)] x 100. Στο παράδειγμά μας: [100 / (400+100) ] x 100 = [100/500] x 100 = 0,20 x 100 = 20%.

Pre-flop: Ο γύρος πονταρίσματος πριν το άνοιγμα του Flop

Push: Το ποντάρισμα All-in


Q

Quads: Το καρέ (Four of a kind). Ο τελικός συνδυασμός που αποτελείται από 4 φύλλα ίδιας αξίας και ένα τυχαίο πέμπτο.


R

Rabbit hunt: Όταν μια παρτίδα τελειώνει χωρίς να έχουν ανοίξει όλα τα φύλλα στο τραπέζι, το να ζητήσει κάποιος να ανοίξουν τα φύλλα που θα άνοιγαν για να δει τι θα γινόταν, λέγεται Rabbit Hunt. Στα καζίνο αυτό απαγορεύεται τις περισσότερες φορές, γιατί καθυστερεί το παιχνίδι και ενδέχεται να αποκαλύψει πληροφορίες για τα κρυφά φύλλα των παικτών.

Rag: Το φύλλο μικρής αξίας

Rainbow: Τρεις ή τέσσερις κάρτες με διαφορετικά σύμβολα. Χρησιμοποιείται κυρίως στο flop. «Betting a rainbow» είναι το ποντάρισμα στο live poker με μία μάρκα από κάθε αξία

Raise: Η αύξηση στο ποντάρισμα.

Rake: Η γκανιότα

Range (of hands): Εύρος φύλλων. Το χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε το εύρος φύλλων στο οποίο τοποθετούμε έναν αντίπαλο. Παίζουμε και σκεφτόμαστε με βάση το εύρος που θεωρούμε ότι έχει. Δεν πρέπει να «βάζουμε» τον αντίπαλο σε ένα ή δύο συγκεκριμένα φύλλα.

Rebuy: Επαναγορά μαρκών. Συνήθως χρησιμοποιείται στα τουρνουά, στα οποία επιτρέπεται στους παίκτες που αποκλείονται να πάρουν ξανά μάρκες πληρώνοντας το buy in, για κάποιο διάστημα από την έναρξη.

Reraise: Η αύξηση στο ποντάρισμα όταν νωρίτερα υπάρχει ήδη κάποιο raise. Λέγεται και 3bet.

Ring Game: Τα παιχνίδια cash games στο πόκερ. Οι παίκτες παίζουν με μάρκες που αντιπροσωπεύουν πραγματικά χρήματα, ξεκινούν και σταματούν όποτε επιθυμούν.

River: Το πέμπτο κοινό φύλλο που ανοίγει στο τραπέζι στα παιχνίδια Texas Hold’em και Omaha.

Royal Flush: Ο καλύτερος δυνατός συνδυασμός στο πόκερ, 10-J-Q-K-A όλα ίδιου χρώματος (συμβόλου). Για παράδειγμα 10♣ J♣ Q♣ K♣ A♣

Runner-Runner: Όταν ο συνδυασμός φτιάχνεται χρησιμοποιώντας και το Turn και το River. Λέγεται και Backdoor.


S

Satellite: To προκριματικό τουρνουά, του οποίου τα έπαθλα είναι εισιτήρια για κάποιο τουρνουά με μεγαλύτερο buy in (κόστος συμμετοχής).

Scheduled tournaments: Τύπος τουρνουά που ξεκινάει συγκεκριμένη ώρα.

Semi-bluff: Το ποντάρισμα από παίκτη που δεν έχει κάποιον έτοιμο συνδυασμό σε εκείνο το σημείο, αλλά έχει αρκετές πιθανότητες να χτυπήσει κάτι καλό στα επόμενα ανοίγματα.

Set: Είναι ο συνδυασμός Τρία Όμοια, όταν σχηματίζεται με ένα ζευγάρι στο χέρι του παίκτη και τρίτο ίδιο ανάμεσα στα κοινά φύλλα.

Shark: Ο επαγγελματίας παίκτης πόκερ ή κάποιος εξαιρετικά καλός παίκτης.

Shootout: Τύπος τουρνουά, όπου κάθε τραπέζι παίζεται ξεχωριστά από τα άλλα, σαν μεμονωμένο τουρνουά, μέχρι να μείνει ένας νικητής. Οι νικητές κάθε τραπεζιού προχωράνε στον επόμενο γύρο και παίζουν μεταξύ τους, μέχρι να φτάσουμε στο τελικό τραπέζι και στον τελικό νικητή.

Showdown: Η διαδικασία του ανοίγματος των φύλλων για να διαπιστωθεί ο νικητής, όταν η παρτίδα πόκερ έχει φτάσει μέχρι το τέλος της με τουλάχιστον δύο παίκτες (δεν έχουν πάει πάσο).

Showdown value: Όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το φύλλο που έχει κάποια αξία και μπορεί ίσως να κερδίζει αν φτάσει σε showdown.

Sit and go: Τύπος τουρνουά που ξεκινάει όταν συγκεντρωθεί ο προκαθορισμένος αριθμός παικτών.

Slow play: Όταν έχεις κάτι πολύ δυνατό, αλλά δεν ποντάρεις για να μην «διώξεις» τους αντιπάλους και να προκαλέσεις πονταρίσματα από αυτούς.

Slow roll: Όταν ξέρεις ότι κερδίζεις την παρτίδα στο showdown, αλλά δεν αποκαλύπτεις αμέσως τα φύλλα σου, «βασανίζοντας», κατά κάποιο τρόπο, τον αντίπαλο. Θεωρείται κακή συμπεριφορά, αλλά συναντάται σχετικά συχνά.

Small blind: Το μικρότερο από τα δύο υποχρεωτικά πονταρίσματα «Blinds»

Snap call: To call που γίνεται αμέσως, χωρίς καμία σκέψη.

Soft play: Να μην ποντάρει ο παίκτης δυνατά με συνδυασμό που θα έπρεπε να το κάνει, απέναντι σε συγκεκριμένο αντίπαλο. Αυτό μπορεί να συμβεί γιατί οι δύο παίκτες είναι φίλοι και δεν θέλει ο ένας να πάρει τις μάρκες του άλλου. Πρόκειται για άκρως απαγορευμένη συμπεριφορά, η οποία τιμωρείται με ποινές που μπορεί να είναι υποχρεωτικός αποκλεισμός για μερικούς γύρους σε τουρνουά, μέχρι και κατάσχεση κερδών.

Split Pot: Όταν δύο ή περισσότεροι παίκτες έχουν τον ίδιο νικητήριο συνδυασμό στο τέλος της παρτίδας, οπότε και το pot μοιράζεται ισόποσα ανάμεσά τους.

Stack: Το σύνολο των μαρκών που έχει ο παίκτης πόκερ στην κατοχή του ανά πάσα στιγμή.

Stakes: Τα χρηματικά όρια. Πόσα παίζονται στο συγκεκριμένο τραπέζι.

Staking: Η πράξη του να πληρώνει κάποιος τη συμμετοχή άλλου σε παιχνίδι πόκερ, με συμφωνία μοιράσματος ενδεχόμενων κερδών.

Steal: Το ποντάρισμα που αποσκοπεί κυρίως στο να πάρει τα Blinds και τα Ante.  Γίνεται από τις τελευταίες θέσεις (late positions) στη σειρά πονταρίσματος.

Straddle: Είναι εθελοντικό ποντάρισμα που γίνεται πριν μοιραστούν τα φύλλα, από τον παίκτη που κάθεται αριστερά του Big Blind (θέση UTG) και είναι όσο το διπλάσιο του Big Blind. Εφαρμόζεται μόνο σε cash games, ανάλογα τους κανόνες του διοργανωτή.

Straight: Η Κέντα. Ο τελικός συνδυασμός που περιλαμβάνει πέντε φύλλα σε διαδοχική σειρά, χωρίς να έχουν ίδιο σύμβολο. Παράδειγμα: Α♠ 2♣ 3 4♠ 5

Straight Flush: Ο τελικός συνδυασμός που περιλαμβάνει πέντε φύλλα σε διαδοχική σειρά, όταν όλα είναι το ίδιο σύμβολο. Παράδειγμα: 5 6 7 8 9

String bet: Το ποντάρισμα στο live πόκερ που γίνεται σε δύο φάσεις. Παράδειγμα: Ο παίκτης βάζει αρχικά 100 μάρκες στο Pot, τις αφήνει, γυρίζει το χέρι του πίσω, παίρνει μερικές μάρκες ακόμα και τις βάζει και αυτές στο Pot. Το String Bet απαγορεύεται σε όλα τα παιχνίδια πόκερ.

Stud: Παραλλαγή πόκερ. Δεν υπάρχουν κοινά φύλλα στο κέντρο του τραπεζιού. Οι παίκτες παίρνουν αρχικά δύο κλειστά φύλλα και ένα ανοιχτό. Στη συνέχεια θα πάρουν ακόμα 3 ανοιχτά φύλλα και ένα κλειστό. Ανάμεσα σε κάθε μοίρασμα υπάρχει γύρος πονταρίσματος.

Suck out: Όταν μπαίνεις με τις πιθανότητες νίκης πολύ υπέρ σου, αλλά ο αντίπαλος στέκεται πολύ τυχερός και κερδίζει αυτός. Λέγεται και Bad Beat

Suited Connectors: Τα κρυφά φύλλα που είναι διαδοχικής σειράς και ίδιου χρώματος. Παράδειγμα: 7 8


T

TAG: Το στυλ παιχνιδιού Tight-AGgressive. Επιλέγει προσεκτικά σε ποιες παρτίδες θα μπει, όταν μπαίνει παίζει επιθετικά με bets και raises.

Tank: Όταν ο παίκτης χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να πάρει μια απόφαση στο πόκερ.

Texas Hold’em: Το πιο δημοφιλές παιχνίδι πόκερ στον κόσμο σήμερα. Οι παίκτες παίρνουν δύο κάρτες στο χέρι και στο τραπέζι ανοίγουν πέντε συνολικά κάρτες, κοινές για όλους.

Texture: Όρος που σημαίνει «Υφή» και στο πόκερ περιγράφει πόσο συνδεδεμένες μεταξύ τους είναι οι κάρτες που έχουν ανοίξει στο τραπέζι.

Three bet / 3-bet: Η αύξηση στο ποντάρισμα όταν νωρίτερα υπάρχει ήδη κάποιο raise. Λέγεται και reraise

Three of a kind: Ο τελικός συνδυασμός Τρία Όμοια

Tight: Το στυλ παιχνιδιού κατά το οποίο ο παίκτης παίζει λίγες παρτίδες, μόνο με καλά φύλλα στο χέρι.

Tilt: Όταν ο παίκτης χάνει την ψυχραιμία του και παίζει πολύ χειρότερα από αυτό που μπορεί.

Top pair: Ζευγάρι που σχηματίζεται από ένα φύλλο στο χέρι του παίκτη και το μεγαλύτερο από αυτά που έχουν ανοίξει στο τραπέζι.

Tripple barrel: Τα πονταρίσματα που έρχονται από τον παίκτη που έκανε το τελευταίο raise πριν το flop και είναι πονταρίσματα σε Flop, Turn και River.

Trips: Ο τελικός συνδυασμός Τρία Όμοια, όταν σχηματίζεται με ένα φύλλο από το χέρι του παίκτη και δύο από τα κοινά.

Turn: Το τέταρτο κοινό φύλλο που ανοίγει στο τραπέζι στα παιχνίδια Texas Hold’em και Omaha.


U

Under the gun / UTG: Η θέση στα αριστερά του Big Blind, που είναι η πρώτη θέση στη σειρά πονταρίσματος πριν το flop.

Upswing: Όταν περνάει μια περίοδος κατά την οποία ο παίκτης κερδίζει περισσότερα από τον προσδοκώμενο ρυθμό κερδών.


V

Value bet: Το ποντάρισμα που σκοπό έχει να πάρει Call από χειρότερο φύλλο

Variance: Η διακύμανση στα αποτελέσματα σε σχέση με το προσδοκώμενο.

Villain: Σημαίνει «Κακός» και είναι όρος που στο πόκερ χρησιμοποιείται για να αναφερθούμε στον αντίπαλό μας, όταν περιγράφουμε μια παρτίδα.

VPIP: Το ποσοστό των παρτίδων στο οποίο ο παίκτης συμμετέχει. Από τα αρχικά Voluntarily Put (money) Into Pot


W

Walk: Όταν όλοι οι παίκτες πηγαίνουν πάσο πριν το flop και ο παίκτης που βρίσκεται στο Big Blind κερδίζει τα πονταρισμένα χωρίς να παίξει.

Wet Board: Το Board (κοινά φύλλα) που δίνει δυνατότητες να υπάρχουν Κέντες, Χρώματα ή και τα δύο.

Wheel: Η μικρότερη δυνατή κέντα, με τα φύλλα από τον Άσο ως το 5: Α-2-3-4-5

Football Blitz Top Card: Παιχνίδι με άρωμα… στοιχήματος από την Pragmatic Play

Happy Hour* κάθε Σάββατο και Κυριακή στην Betsson Greek Roulette!

Fonbet & Playtech βάζουν φωτιά στο τραπέζι!

Κάτι παραπάνω από παιχνίδι…

Οι Τρίτες στη Stoiximan φέρνουν διπλό έπαθλο* σε Live Casino και Στοίχημα!

Ο Τροχός της Betsson γυρίζει κάθε μέρα με δώρα*